δημόκοινος

δημό-κοινος (sc. δοῦλος), ,
A = δήμιος 11, executioner, S.Fr.780, Antipho 1.20, Isoc.17.15.
2 = πόρνος, Hsch.
II as Adj., δημόκοινος, ον, vile, common, of coarse food, Lyc. Trag.2.4.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δημόκοινος — δημόκοινος, ον (Α) 1. ο δημόσιος, αυτός που ανήκει στον δήμο 2. (για τρόφιμα) κατώτερης ποιότητας 3. το αρσ. ως ουσ. α) ο δήμιος β) ο κατ επάγγελμα κίναιδος …   Dictionary of Greek

  • δημόκοινος — executioner masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημόκοινον — δημόκοινος executioner masc/fem acc sg δημόκοινος executioner neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοκοίνοις — δημόκοινος executioner masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοκοίνους — δημόκοινος executioner masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοκοίνων — δημόκοινος executioner masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοκοίνῳ — δημόκοινος executioner masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δήμος — (5ος αι. π.Χ.). Αθηναίος, γιος του Πυριλάμπη που φημιζόταν για το κάλλος του. Για την ομορφιά του γίνεται λόγος στον Γοργία του Πλάτωνα και στον Αριστοφάνη. Το σπίτι του Πυριλάμπη και του Δ. ήταν γνωστό σε όλη την Ελλάδα για τα πτηνοτροφεία του,… …   Dictionary of Greek

  • κοινός — ή, ό (AM κοινός, ή, όν, Α αττ. ποιητ. τ. κοινός, όν) 1. αυτός που ανήκει σε πολλούς μαζί, που κατέχεται όμοια από πολλούς ή που χρησιμοποιείται από πολλούς, δημόσιος (α. «κοινή είσοδος» β. «τὸν ἥλιον τὸν κοινὸν ἡμῑν», Μεν.) 2. αυτός που… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.